Η Αριστοτελική φυσική φιλοσοφία έμεινε για πολλούς αιώνες το πιο υποβαθμισμένο κομμάτι του έργου του Σταγειρίτη φιλόσοφου, διότι επεκράτησε η αντίληψη, ότι απέτυχε «παταγωδώς» στον τομέα αυτόν. Είναι όμως πράγματι έτσι;

Με αφορμή την ίδρυση του «Διεπιστημονικού Κέντρου Αριστοτελικών Μελετών», η καθηγήτρια Δήμητρα Σφενδόνη-Μέντζου του Τμήματος  Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ., Πρόεδρος του Κέντρου, παρουσιάζει την ερευνητική της προσέγγιση σε σχέση με το έργο του Σταγειρίτη φιλόσοφου:
 
«Ο Aριστοτέλης ασχολήθηκε με ένα εκπληκτικό εύρος θεμάτων, και συνέγραψε ένα έργο πολυσχιδές και ογκωδέστατο, το οποίο καλύπτει όλους τους τομείς του επιστητού. Οι πτυχές της Αριστοτελικής φιλοσοφίας που μελετήθηκαν ιδιαίτερα και αναγνωρίσθηκε η αξία τους στο πέρασμα των αιώνων είναι κυρίως η μεταφυσική, η λογική, η ηθική και πολιτική φιλοσοφία. Δυστυχώς όμως ένα μεγάλο μέρος του έργου, αυτό που αποκαλούμε Αριστοτελική φυσική φιλοσοφία, έμεινε για πολλούς αιώνες υποβαθμισμένο, διότι επεκράτησε η αντίληψη, ότι ο Σταγειρίτης φιλόσοφος απέτυχε «παταγωδώς» στον τομέα αυτόν. Είναι όμως πράγματι έτσι;
Η έρευνά μου, λοιπόν, στοχεύει σε μία νέα ανάγνωση της Αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας, ώστε να οδηγήσει σε μία επανεκτίμηση αυτής της πτυχής του Αριστοτελικού έργου και να καταδειχθεί η βαθειά εννοιολογική συγγένεια που συνδέει τον Αριστοτέλη με τη σύγχρονη επιστημονική σκέψη. Πιο συγκεκριμένα, επιχειρώ να προσεγγίσω το έργο του Σταγειρίτη φιλοσόφου με γνώμονα την εικόνα του φυσικού κόσμου όπως διαμορφώνεται σήμερα στον χώρο των φυσικών επιστημών, όπου καθίσταται όλο και περισσότερο φανερό, ότι τα κλασικά εννοιολογικά σχήματα της Νευτώνειας Φυσικής δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει μέσα από την εμπειρική-πειραματική έρευνα. Στη συγκεκριμένη έρευνα το ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται στην Αριστοτελική θεωρία της ύλης και ειδικότερα της «πρώτης ύλης», για την οποία η πλειoψηφία των Αριστοτελιστών έχει αποφανθεί, ότι αποτελεί μία έννοια κενή περιεχομένου, εφόσον ο Σταγειρίτης φιλόσοφος διατείνεται ότι στερείται κάθε προσδιορισμού, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με τις αισθήσεις και βρίσκεται πάντοτε σε μία εν δυνάμει κατάσταση.
Σε αντίθεση προς τη στάση αυτή επιχειρώ να δείξω, στηριζόμενη, τόσο στα Αριστοτελικά κείμενα, όσο και στο εκπληκτικό υλικό που προσφέρεται από τις σύγχρονες ανακαλύψεις της Kβαντικής Φυσικής και Φυσικής των Στοιχειωδών Σωματίων, ακόμη και της Κοσμολογίας, ότι η Αριστοτελική «πρώτη ύλη» δεν είναι ένα απλό κατασκεύασμα του νου, αλλά φαίνεται να έχει αντίκρυσμα στη φυσική πραγματικότητα. Στόχος μου, βέβαια, δεν είναι να υποστηρίξω ότι υπάρχουν απόλυτες ομοιότητες, αλλά να φωτίσω τις εκπληκτικές αναλογίες μεταξύ της Αριστοτελικής σύλληψης του φυσικού κόσμου και της αντίστοιχης εικόνας του κόσμου που αναδύεται σήμερα στους σύγχρονους κλάδους της Φυσικής. Άξιο ιδιαίτερης προσοχής είναι το γεγονός, ότι τα υπο-ατομικά «σωματίδια» δεν είναι πλέον οι συμπαγείς, σαφώς προσδιορισμένοι, αμετάβλητοι «δομικοί λίθοι» της ύλης, όπως συνέβαινε με τα Νευτώνεια άτομα, αλλά έχουν μία «ύπαρξη» ασταθή και εφήμερη, καθώς συντελείται—με Aριστοτελικούς όρους—ένα διαρκές πέρασμα από την εν δυνάμει στην ἐν ἐνεργείᾳ κατάσταση.
Είναι σαφές, ότι η ανάγνωση που επιχειρώ της Αριστοτελικής φιλοσοφίας δεν βαδίζει στα χνάρια της κλασικής παράδοσης. Αποτελεί, αντίθετα, μία καινοτόμο προσέγγιση του Aριστοτελικού έργου για τους εξής λόγους: (1) στοχεύει στην ανατροπή της παραδοσιακής αντίληψης για την «παταγώδη» αποτυχία του Αριστοτέλη στο μέρος εκείνο του έργου του που αναφέρεται στη φιλοσοφία της φύσης, όπου περιλαμβάνονται εκτός από τα Φυσικά πολλά άλλα σημαντικά έργα, όπως το Περὶ Οὐρανοῦ, το Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς, τα Μετεωρολογικὰ, αλλά και όλες οι ψυχολογικές και βιολογικές του πραγματείες. (2) Επιλέγει ως μέθοδο να υπερβεί τα όρια της μελέτης αποκλειστικά και μόνον των Αριστοτελικών κειμένων, επιχειρώντας μια δι-επιστημονική προσέγγιση των διαφόρων πτυχών της Αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας υπό το φως των ανακαλύψεων στους βασικούς κλάδους των επιστημών. (3) Τέλος, η εξέταση του Αριστοτελικού έργου μέσα από αυτή την οπτική προσφέρει ένα θαυμάσιο υλικό, το οποίο επιτρέπει να χτίσουμε τις εννοιολογικές εκείνες γέφυρες που είναι σήμερα αναγκαίες για την επανασύνδεση του φιλοσοφικού στοχασμού με την επιστημονική σκέψη, ώστε να ανοίξει ένας δι-επιστημονικός διάλογος μεταξύ των διαφόρων επιστημονικών κλάδων καθώς και μεταξύ της φιλοσοφίας και των επιστημών.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω, ότι το ανωτέρω εγχείρημα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ερευνητικού μου σχεδίου κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, στο γενικό πλαίσιο του οποίου έχουν πραγματοποιηθεί δημοσιεύσεις πάνω σε διάφορες πτυχές της Αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας, διοργάνωση διεθνών συνεδρίων, συμμετοχή σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, διεξαγωγή ερευνητικών προγραμμάτων, εποπτεία διδακτορικών διατριβών και διπλωματικών εργασιών πάνω στο Αριστοτελικό έργο. Συνισταμένη όλων αυτών αποτελεί η ίδρυση του «Διεπιστημονικού Κέντρου Αριστοτελικών Μελετών» του ΑΠΘ (ΔΙΚΑΜ: www.dikam.auth.gr), με απόφαση της Συγκλήτου τον Ιούλιο του 2011. Στόχος του Κέντρου είναι η μελέτη και ανάδειξη του Αριστοτελικού έργου, μέσα από μία διεπιστημονική προσέγγιση, ώστε να συνδεθεί η Αριστοτελική φιλοσοφία με τη σύγχρονη σκέψη σε ένα εύρος θεμάτων που καλύπτουν το φάσμα των βασικών κλάδων της φιλοσοφίας, των ανθρωπιστικών σπουδών, των νομικών/πολιτικών επιστημών, των επιστημών υγείας, καθώς και των τεχνολογικών επιστημών».

Υποβλήθηκε στις 21/05/2012 @ 11:46